_Ακόμα

Εδώ και καιρό έχω παρατηρήσει έναν φάκελο (ανάμεσα σε άλλα αρχεία) με το όνομα «Ακόμα». Τον παρατήρησα μια μέρα ξαφνικά, σα να ξεφύτρωσε εκεί από το πουθενά. Σίγουρα όμως αυτό ήταν αδύνατο. Φάκελοι δε συνηθίζουν να εμφανίζονται έτσι. Όσο κι αν προσπαθούσα, δε θυμόμουν κάποια διαδρομή. Κάποια διαδρομή που είχα κάνει εγώ για να βρίσκεται εκεί αυτός ο φάκελος, θέλω να πω. Κάποιο κλικ που πάτησα, κάποιο αρχείο που δημιούργησα και μετά το ονόμασα «Ακόμα», κάποιου είδους μονοπάτι τέλος πάντων μέσα στις αναμνήσεις μου που το ’να φέρνει τ’ άλλο και λες «α ναι! ήταν εκείνη η μέρα που περίμενα το κούριερ κι είχε βρέξει και παραλίγο να τρακάρω και τσακώθηκα με τη μαμά μου στο τηλέφωνο για τον λεκέ απ’το ρεσώ και μετά αισθανόμουν μια εντατική αναμονή για όλα όσα δεν έχω κάνει και δεν είχε έρθει και το κούριερ και κάθισα με μούτρα στον υπολογιστή και με θυμάμαι να πατάω δεξί κλικ και να ονομάζω τον φάκελο Ακόμα και να γράφω μια γενικούρα για τη στασιμότητα. Μα ναι, ναι, το θυμάμαι καθαρά». Όχι.

Έστυψα το μυαλό μου αλλά τίποτα. Αχ, μα τί ήταν αυτό το «Ακόμα»; Ακόμα. Ακόμα. Και γιατί βρέθηκε στα ληφθέντα αρχεία μου; Αυτό ήταν το μόνο στοιχείο που είχα γι’αυτόν το φάκελο. Η άκρη μιας κλωστής που μπορούσα να ακολουθήσω. Στα ληφθέντα αρχεία. Άρα, μπορεί να μου το είχε στείλει κάποιος. Κάποια φίλη που έγραφε κι ήθελε να το διαβάσω. Δε θυμόμουν. Δε θυμόμουν καν κάποια συζήτηση που να αναφέρεται η λέξη ή την εικόνα τού να το λαμβάνω. Ακόμα. Μπορεί να το κατέβασα από κάποια ιστοσελίδα. Έκανα ένα ενδελεχές διανοητικό πέρασμα στις σελίδες που συνηθίζω να διαβάζω. Έψαξα τους σελιδοδείκτες, το ιστορικό. Ακόμα. Ακόμα. Μπορεί να ήταν κάτι που είχα στείλει στον εαυτό μου από άλλον υπολογιστή και τώρα δεν το αναγνώριζε ο δικός μου. Γιατί – ξέχασα να πω – αυτό ήταν και το μεγαλύτερο μυστήριο του «Ακόμα». Ακόμα μεγαλύτερο από την προέλευσή του. Ακόμα μεγαλύτερο από τη θέση του.

Το «Ακόμα» ήταν απροσδιορίστου τύπου αρχείο. Πράγμα που μου κορύφωνε την περιέργεια όσο δε πάει. Ήταν λευκό, με μόνο σημείο στίξης μια χαμηλή παύλα μπροστά απ’τον τίτλο του (_Ακόμα) – κάτι που δεν συνηθίζω να χρησιμοποιώ, σκέφτηκα (αχά, δεύτερο στοιχείο) – και δεν άνοιγε με κανένα πρόγραμμα. Τα δοκίμασα όλα. Άνοιγμα με .doc, άνοιγμα με .jpg, άνοιγμα με adobe, XML και vlc και μύρια όσα, και τίποτε από όλα αυτά δε λειτούργησε.

Το άφησα έτσι για μήνες. Στην ίδια θέση, με την ίδια μορφή. Μπας και μπω καμιά μέρα στον φάκελο με τα ληφθέντα και μου’ ρθει καμιά έκλαμψη. Μπας και το σχολιάσει κάποιος στην καθημερινότητα και γίνει η σύνδεση. Μπας και βρω το κατάλληλο πρόγραμμα να το ανοίξω έτσι ώστε το περιεχόμενο να μου απαντήσει στα αμείλικτα ερωτηματικά. Τίποτα. Ένιωθα λες και το «Ακόμα» ήταν φρούριο κι εγώ απέξω με τον πολιορκητικό κριό. Έκανα απόπειρες με γάντζους, εκρηκτικά, πέτρες, σκαρφάλωνα, χτυπιόμουν ̇ το «Ακόμα», εκεί, ΑΚΛΟΝΗΤΟ. Κάποια στιγμή κατάφερα να το ανοίξω με ένα πρόγραμμα ανάγνωσης και μου έβγαλε κάτι αλαμπουρνέζικα γράμματα που δε μπορούσα να αποκωδικοποιήσω με τίποτα και λύσσαξα ακόμα περισσότερο. Το ξαναπαράτησα μέχρι και σήμερα που το μετέφερα στην επιφάνεια εργασίας. Αυτό έγινε διότι στα πλαίσια της γενικότερης τακτοποίησης αρχείων και φακέλων, το «Ακόμα» δεν ταξινομούνταν πουθενά.

Τώρα έχω σοβαρότερο πρόβλημα. Δε μπορώ να το σβήσω. Μια φορά κατάφερα να το φτάσω μέχρι τον κάδο ανακύκλωσης και το έκανα επαναφορά. Κάθομαι όλη μέρα το κοιτάζω και κουρδίζομαι. Με ενοχλεί σα να εξέχει. Έκανα ακόμα λίγες επιχειρήσεις να το ανοίξω μα σύντομα παραιτήθηκα. Έφερα και κάποιον πιο σχετικό από εμένα με την τεχνολογία μα κι οι δικές του απόπειρες ναυάγησαν. Έχω χάσει σχεδόν κάθε ελπίδα.

Έτσι, κάθισα κι έγραψα αυτή την ιστορία για να γίνει λίγο πιο υποφερτό το ότι δε θα βρω ποτέ τη λύση στο μυστήριο που λέγεται «Ακόμα». Ονόμασα κι εγώ την ιστορία μου «_Ακόμα» για να πάρω τη ρεβάνς. Θεώρησα ότι δημιουργώντας ένα αρχείο, δίπλα ακριβώς απ’το πρωτότυπο, με το ίδιο όνομα, τα ίδια σημεία στίξης, που θα μπορώ να το πατάω και να το ανοίγω όποτε θέλω, θα πάω μετά και θα καταφέρω να σβήσω το απροσπέλαστο αρχείο μία για πάντα.

Αλλά σιγά τη ρεβάνς. Αφού είμαι σίγουρη. Δε θα το σβήσω.

Advertisements
Standard

έξαφνα

εκεί που κάθομαι, ξάφνου !

με βγάζουν μια φωτογραφία.

ήμουν κι εγώ ένας άνθρωπος που υπήρξε.

Standard

Το λουλούδι

το λουλούδι που μου άφησες εκείνη τη μέρα για δώρο

μαράθηκε.

το άφηνα μέρες στο κομοδίνο, για να συνυπάρχουμε.

δεν έλυσα καν την κορδέλα του.

 

προσπάθησα να βρω τρόπους να το κρατήσω

μα (ήταν αλήθεια πως) πια δε στόλιζε το σπίτι.

 

με δυο κινήσεις έσπασα το κοτσάνι του

και το ’ριξα στα σκουπίδια.

(μαζί και την κορδέλα).

 

τί φοβάσαι;

σα να μπορούσε ένα λουλούδι να ενσαρκώσει την αγάπη μας.

Standard